Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ

Αρχαία ιστορία

Βυζαντινή - Οθωμανική περίοδος

Νεότερη ιστορία

a
Βρετανική κυριαρχία 1878-1960

Το 1878 ο Πρωθυπουργός της Bρετανίας Bενιαμίν Nτισραέλι εξανάγκασε τον Tούρκο Σουλτάνο να παραχωρήσει την Kύπρο στη Bρετανία, με αντάλλαγμα την προστασία της Tουρκίας από τους επεκτατικούς στόχους της τσαρικής Pωσίας.

Παρά την παραχώρηση της Kύπρου στη Bρετανία, το νησί παρέμεινε κατ όνομα οθωμανική κτήση μέχρι το 1914, ενώ οι Kύπριοι αποδοκίμαζαν έντονα το γεγονός ότι οι Bρετανοί χρησιμοποιούσαν τους φόρους που εισέπρατταν από την Kύπρο για να πληρώσουν το χρέος τους στους Oθωμανούς. Παρ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια της βρετανικής κυριαρχίας κατασκευάστηκαν σε όλο το νησί δρόμοι και νοσοκομεία, ενώ έγινε αναδάσωση από τη δασική υπηρεσία, που μόλις είχε ιδρυθεί. Tο αίσθημα ασφάλειας ζωής και περιουσίας που υπήρχε, είχε ως αποτέλεσμα την εντυπωσιακή αύξηση του πληθυσμού και την οικονομική αναζωογόνηση. Όμως, οι περισσότεροι Kύπριοι επιθυμούσαν την ένωση με την Eλλάδα, η οποία ήταν ανεξάρτητη από το 1830, και με την οποία η Kύπρος είχε την ίδια γλώσσα και θρησκεία. Mε την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Kύπρος έπαυσε να είναι κατ όνομα οθωμανική κτήση και το 1925 κηρύσσεται αποικία του στέμματος. Oι ελπίδες για ένωση αυξήθηκαν κατά τον Πρώτο και Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στη διάρκεια των οποίων η Eλλάδα πολέμησε στο πλευρό των Bρετανών και δεκάδες Kύπριοι υπηρέτησαν στις βρετανικές ένοπλες δυνάμεις. Όμως, λόγω της στρατηγικής σημασίας του νησιού, η Bρετανία ήταν αποφασισμένη να συνεχίσει την κατοχή της Kύπρου και σ αυτό είχε την υποστήριξη της τουρκικής μειονότητας. H δυσαρέσκεια των Eλληνοκυπρίων στην άρνηση της Bρετανίας να αποδεχτεί την ένωση εκφράστηκε με τις ταραχές του 1931, στη διάρκεια των οποίων το Kυβερνείο κάηκε ολοσχερώς και με τον απελευθερωτικό αγώνα 1955-59 κατά των Βρετανών από την Ελληνοκυπριακή οργάνωση ΕΟΚΑ.

Αντιαποικιακός αγώνας 1955-59
Το 1955, οι Ελληνοκύπριοι πήραν τα όπλα ενάντια στην αποικιακή δύναμη, ύστερα από μια μακρά, αλλά ανεπιτυχή ειρηνική πολιτική και διπλωματική προσπάθεια να επιτύχουν την απελευθέρωσή τους από τον αποικιακό ζυγό.

Έχοντας να αντιμετωπίσει ένα απελευθερωτικό αγώνα στο νησί, η αποικιακή κυβέρνηση προήγαγε την ιδέα της διχοτόμησης της Κύπρου ως αντίμετρο προς το ελληνοκυπριακό αίτημα για ένωση με την Ελλάδα.

Κατά τη διάρκεια του αντιαποικιακού αγώνα η Τουρκία ενθάρρυνε τους Τουρκοκύπριους ηγέτες να συνασπιστούν με την αποικιακή κυβέρνηση σε μια προσπάθεια να εμποδίσουν τον αγώνα για αυτοδιάθεση του λαού της Κύπρου. Τότε δημιουργήθηκε η τουρκοκυπριακή τρομοκρατική οργάνωση ΤΜΤ, η οποία προκαλούσε επεισόδια ανάμεσα στις δύο κοινότητες.

Κυπριακή δημοκρατία 1960
Ο αντιαποικιακός αγώνας έληξε το 1959 με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου μεταξύ Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας. Η Κύπρος ανακηρύχθηκε στις 16 Αυγούστου του 1960 ανεξάρτητη Δημοκρατία. Σύμφωνα με το Σύνταγμα προσφέρθηκε στην τουρκοκυπριακή κοινότητα πολιτιστική και θρησκευτική αυτονομία καθώς και προνομιακή μεταχείριση στο σύστημα διακυβέρνησης.

Οι Τουρκοκύπριοι, που αποτελούσαν το 18% του πληθυσμού, κάτω από τις πρόνοιες του Συντάγματος κατείχαν το 30% των θέσεων στη δημόσια υπηρεσία και αποτελούσαν το 40% της αστυνομικής δύναμης και του στρατού.

Οι Τουρκοκύπριοι αντιπροσωπεύονταν στην Κυβέρνηση από μέλη της κοινότητάς τους που κατελάμβαναν καθορισμένες από το Σύνταγμα θέσεις. Αυτές ήταν οι θέσεις του Αντιπροέδρου του δόθηκαν μεγάλες εξουσίες μεταξύ των οποίων το δικαίωμα της αρνησικυρίας πάνω σ όλα τα σημαντικά θέματα και οι θέσεις 3 Υπουργών από τους 10 που αποτελούσαν συνολικά την Κυβέρνηση. Επιπλέον, 15 από τις 50 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων ανήκαν σε Τουρκοκύπριους οι οποίοι είχαν αυξημένες εξουσίες. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Συντάγματος οποιαδήποτε τροποποίηση του εκλογικού νόμου καθώς και η ψήφιση νόμων σχετικά με τα δημαρχεία και την επιβολή φόρων και τελών απαιτεί χωριστή πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων βουλευτών που συμμετέχουν στην ψηφοφορία. Ετσι, οκτώ Τουρκοκύπριοι βουλευτές μπορούσαν να καταψηφίσουν νόμο σχετικά με τα πιο πάνω θέματα που ψήφιζαν οι υπόλοιποι 35 Ελληνοκύπριοι και 7 Τουρκοκύπριοι βουλευτές.

Μερικές πρόνοιες του Συντάγματος, όπως το δικαίωμα αρνησικυρίας, δημιούργησαν δυσκολίες στη λειτουργία των δημοκρατικών διαδικασιών. Γι  αυτό το λόγο, το Νοέμβριο του 1963 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπος Μακάριος εισηγήθηκε στους ηγέτες της τουρκοκυπριακής κοινότητας τροποποίηση του Συντάγματος. Η Τουρκία, απαντώντας εκ μέρους των Τουρκοκυπρίων, απέρριψε τις προτάσεις. Οι Τουρκοκύπριοι ηγέτες, αντί να τις συζητήσουν, αποσύρθηκαν από την κυπριακή Κυβέρνηση και τη Βουλή των Αντιπροσώπων και δημιούργησαν τουρκοκυπριακούς στρατιωτικούς θύλακες στη Λευκωσία και σ άλλες περιοχές του νησιού, με τη βοήθεια στρατιωτικού προσωπικού από την Τουρκία. Αυτό αποτέλεσε την απαρχή της διακοινοτικής διαμάχης.

Τουρκική εισβολή και κατοχή
Στις 15 Ιουλίου 1974, η στρατιωτική χούντα που κυβερνούσε τότε την Ελλάδα, οργάνωσε πραξικόπημα για να ανατρέψει τη δημοκρατικά εκλελεγμένη Κυβέρνηση της Κύπρου.

Στις 20 Ιουλίου 1974, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα το πραξικόπημα, η Τουρκία εισέβαλε στην Κυπριακή Δημοκρατία, κατά παράβαση του καταστατικού χάρτη του ΟΗΕ και όλων των αρχών που διέπουν τις διεθνείς σχέσεις, για να αποκαταστήσει δήθεν τη συνταγματική τάξη.

Από το καλοκαίρι του 1974 μέχρι σήμερα, η «Γραμμή Αττίλα» («Επιχείρηση Αττίλα» ήταν η κωδική ονομασία που έδωσε η Τουρκία στη στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο) διαμελίζει τεχνητά το νησί και το λαό του.

Την 1η Νοεμβρίου 1974, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε ομόφωνα το Ψήφισμα 3212, το πρώτο από μία σειρά ψηφισμάτων, που ζητά το σεβασμό της κυριαρχίας, ανεξαρτησίας, εδαφικής ακεραιότητας και του αδέσμευτου της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και την άμεση αποχώρηση από το νησί όλων των ξένων στρατευμάτων.

H Γενική Συνέλευση, το Συμβούλιο Ασφαλείας και η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και το Κίνημα των Αδεσμεύτων, η Κοινοπολιτεία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρώπης και άλλοι διεθνείς οργανισμοί ζήτησαν κατ επανάληψη με ψηφίσματά τους την άμεση επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια τους με ασφάλεια και την πλήρη αποκατάσταση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του κυπριακού λαού.

Το Φεβρουάριο του 1977 επιτεύχθηκε η πρώτη Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου μεταξύ του τότε Προέδρου της κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς. Η συμφωνία αυτή, που έγινε στην παρουσία του τότε Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Κουρτ Βάλντχαϊμ, προέβλεπε την εγκαθίδρυση μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Το Μάιο του 1979 έγινε και δεύτερη Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου, η οποία προέβλεπε μεταξύ άλλων ότι έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα στο θέμα της επιστροφής της Αμμοχώστου στους νόμιμους κατοίκους της, ανεξαρτήτως της κατάληξης των διακοινοτικών συνομιλιών για συνολική διευθέτηση του προβλήματος.

Στις 15 Νοεμβρίου 1983, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς ανακήρυξε μονομερώς σε ανεξάρτητο «κράτος» το τουρκοκρατούμενο τμήμα του νησιού. Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, με τα ψηφίσματά του 541 το 1983 κι 550 το 1984, καταδίκασε ως νομικά άκυρη την ανακήρυξη του ψευδοκράτους και ζήτησε την ανάκλησή της. Μέχρι σήμερα, καμιά χώρα στον κόσμο, εκτός από την Τουρκία, δεν έχει αναγνωρίσει την παράνομη αυτή οντότητα.

Σε μια προσπάθεια να αυξήσει τις προοπτικές για μια διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος και να επιτύχει ασφάλεια για όλους τους Κυπρίους, η Κυπριακή Κυβέρνηση υπέβαλε, στις 17 Δεκεμβρίου 1993, επίσημη πρόταση στο Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ για πλήρη αποστρατιωτικοποίηση της Κύπρου. Συγκεκριμένα, πρότεινε τη διάλυση της Εθνικής Φρουράς και των τουρκοκυπριακών στρατιωτικών δυνάμεων, την παράδοση των όπλων τους και του στρατιωτικού εξοπλισμού τους στην Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών (ΟΥΝΦΙΚΥΠ), και την ταυτόχρονη αποχώρηση από την Κύπρο των τουρκικών κατοχικών δυνάμεων. Σύμφωνα με την πρόταση, την επιτήρηση και τον έλεγχο για τη συμμόρφωση στα μέτρα θα αναλάμβανε η ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Η Τουρκία αρνήθηκε να εξετάσει την πρόταση και εξακολουθεί να διατηρεί τις στρατιωτικές δυνάμεις της στην Κύπρο.

Από το 1975 μέχρι σήμερα διεξάγονται, κατά διαστήματα, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών εκ του σύνεγγυς ή απ ευθείας συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών για επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Οι συνομιλίες αυτές προσκρούουν πάντοτε στην αδιαλλαξία της τουρκικής πλευράς και στην προσπάθεια της να επιτύχει αναγνώριση χωριστού τουρκικού κράτους στην Κύπρο με δικαίωμα συνομολόγησης συνθηκών με άλλες χώρες.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά επιμένει στη δημιουργία μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας που να βασίζεται σ ένα κράτος με μια μόνη κυριαρχία και διεθνή προσωπικότητα και μια υπηκοότητα. Με τη διευθέτηση αυτή θα κατοχυρώνονται τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως η ελεύθερη διακίνηση και εγκατάσταση καθώς και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, και θα διασφαλίζεται μέσα σε συνθήκες ειρήνης και προόδου το μέλλον των δύο κοινοτήτων.

Η τουρκοκυπριακή πλευρά, από την άλλη, επιδιώκει συνομοσπονδία που να αποτελείται από δύο περιοχές με χωριστές κυριαρχίες, οι οποίες να έχουν πολύ χαλαρούς δεσμούς μεταξύ τους και ουσιαστικά να λειτουργούν ως δύο ανεξάρτητα κράτη. Σύμφωνα με τη θέση αυτή της τουρκοκυπριακής πλευράς, οι Ελληνοκύπριοι θα πρέπει να απεμπολήσουν τα ανθρώπινα δικαιώματά τους στο τμήμα του νησιού που θα είναι κάτω από τουρκοκυπριακή διοίκηση, και τα τουρκικά στρατεύματα και οι εξοπλισμοί θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν στο βορρά. Οι θέσεις αυτές έχουν υποστηριχθεί πλήρως από την Τουρκία.